Σε μια ιστορική ιατρική ανακάλυψη, ένα παιδί που διαγνώστηκε με μια σπάνια γενετική διαταραχή θεραπεύτηκε επιτυχώς με μια εξατομικευμένη θεραπεία γονιδιακής τροποποίησης CRISPR από ομάδα του Παιδιατρικού Νοσοκομείου της Φιλαδέλφειας (CHOP) και της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια (Penn Medicine). Το βρέφος, ονόματι KJ Muldoon, γεννήθηκε με μια σπάνια μεταβολική νόσο γνωστή ως Σοβαρή Ανεπάρκεια Συνθετάσης 1 του Καρβαμοϋλοφωσφορικού (Severe Carbamoyl Phosphate Synthetase 1/ CPS1). Αφού πέρασε τους πρώτους μήνες της ζωής του στο νοσοκομείο, με πολύ περιορισμένη διατροφή, ο KJ έλαβε την πρώτη δόση της εξατομικευμένης θεραπείας του τον Φεβρουάριο του 2025, σε ηλικία μεταξύ έξι και επτά μηνών. Η θεραπεία χορηγήθηκε με ασφάλεια και τώρα αναπτύσσεται καλά. Ο KJ ήταν μόλις λίγων ημερών όταν διαγνώστηκε με τη σπάνια μεταβολική διαταραχή και μεταφέρθηκε στο Παιδιατρικό Νοσοκομείο της Φιλαδέλφειας, όπου οι γιατροί ερευνούσαν ενεργά νέες κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες.
Η περίπτωση αυτή παρουσιάζεται σήμερα σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο The New England Journal of Medicine και παρουσιάστηκε στο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Γονιδιακής & Κυτταρικής Θεραπείας στη Νέα Ορλεάνη. Αυτό το ορόσημο θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για την επιτυχή προσαρμογή της τεχνολογίας γονιδιακής επεξεργασίας για τη θεραπεία ατόμων με σπάνιες ασθένειες για τις οποίες δεν υπάρχουν διαθέσιμες ιατρικές θεραπείες.
Η γονιδιακή επεξεργασία με βάση το CRISPR (clustered regularly interspaced short palindromic repeats) μπορεί να διορθώσει με ακρίβεια παραλλαγές που προκαλούν ασθένειες στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Τα εργαλεία γονιδιακής επεξεργασίας είναι εξαιρετικά πολύπλοκα και μέχρι τώρα είχαν σχεδιαστεί για πιο συχνές ασθένειες, όπως η δρεπανοκυτταρική αναιμία και η β-θαλασσαιμία, για τις οποίες υπάρχουν εγκεκριμένες θεραπείες από τον FDA. Ωστόσο, λίγες ασθένειες επωφελούνται από μια προσέγγιση «ενιαίου μεγέθους», καθώς υπάρχουν πάρα πολλές παραλλαγές που προκαλούν νόσο. Έτσι, πολλοί ασθενείς με σπάνιες γενετικές ασθένειες – που συνολικά επηρεάζουν εκατομμύρια παγκοσμίως – έχουν μείνει πίσω. Οι ερευνητές του CHOP και του Penn ξεκίνησαν το 2023 να μελετούν τη δυνατότητα δημιουργίας εξατομικευμένων θεραπειών γονιδιακής επεξεργασίας για μεμονωμένους ασθενείς, βασιζόμενοι σε χρόνια έρευνας για σπάνιες μεταβολικές διαταραχές. Εστίασαν στις διαταραχές του κύκλου της ουρίας, όπου η έλλειψη ενός ενζύμου στο ήπαρ οδηγεί σε τοξική συσσώρευση αμμωνίας, προκαλώντας βλάβη σε εγκέφαλο και ήπαρ. Μετά από χρόνια προκλινικής έρευνας, η ομάδα σχεδίασε και παρήγαγε μια θεραπεία τροποποίησης βάσεων (base editing) που χορηγήθηκε με νανοσωματίδια λιπιδίων στο ήπαρ για τη διόρθωση του ελαττωματικού ενζύμου του KJ. Τον Φεβρουάριο του 2025, ο KJ έλαβε την πρώτη έγχυση αυτής της πειραματικής θεραπείας, ακολουθούμενη από δόσεις τον Μάρτιο και Απρίλιο 2025. Μέχρι τον Απρίλιο 2025, είχε λάβει τρεις δόσεις χωρίς σοβαρές παρενέργειες, ενώ παρουσίασε βελτίωση στη διατροφή και μείωση της ανάγκης για φαρμακευτική αγωγή, καθώς και ανάρρωση από παιδικές λοιμώξεις χωρίς συσσώρευση αμμωνίας.
Η μακροχρόνια παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη για την πλήρη αξιολόγηση των ωφελειών της θεραπείας, αλλά τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η μέθοδος αυτή θα αποτελέσει πρότυπο για τη θεραπεία πολλών σπάνιων ασθενειών, δίνοντας σε πολλούς ασθενείς την ευκαιρία για μια υγιή ζωή.

